Β ρίσκεται στο Ζαγόρι, κοντά στο χωριό Μπάγια (Κήποι), σε τοποθεσία όμως που ανήκει στο Κουκούλι. Άλλωστε τους κατοίκους του τελευταίου κυρίως εξυπηρέτησε, που κατέβαιναν ως εδώ με ωραία καλντεριμωτή σκάλα -περνώντας τον Βίκο κατευθύνονταν στα δάση της Μεσιαρράχης, της Πετούρνας και του Αφορισμού. Στη δεξιά όχθη υπήρχε και λειτουργούσε νερόμυλος με το ίδιο όνομα (Καλογερικός). Για τη χρήση όμως του γεφυριού, αποκαλυπτικά είναι και τα όσα, με το δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο, παραθέτει ο Λιασκοβετσινός Βασίλης Φανίτσιος: «Το γιατί τόφκιακαν; ακούστετο. α) για να περνάν, ετότες, οι χωριανοί απ’ τα χωριά: Μπούλτσι, Ντοβρά κι Σουπουτσιέλι κι νάρχοντα στον Καλοερκό το Μύλο β) να κουβαλάν με τα μπλάρια τους οι Κουκλιώτες ξύλα, κλαρί κτλ από την “Πετούρνα” κι γ) να παν πέρα στα “Κεφάλια της Μπίκαινας” για να βουσκάν τα Κουκλιώτικα τα γίδια».[1]
Το γεφύρι, απ’ τα ομορφότερα στο Ζαγόρι, πολύ πετυχημένα το αποκάλεσαν ...κάμπια εν κινήσει! Και πραγματικά, με τρία πλήρως ημικυκλικά τόξα, έτσι φαντάζει σ’ αυτόν που το αντικρίζει απ’ το διπλανό ύψωμα. Το πρώτο δεξιό του τόξο ανοίγει 11.20 μ. κι ανασηκώνεται απ’ το νερό 5.10, το μεσαίο αντίστοιχα 13.50 και 7.60 μ., ενώ το τρίτο, προς την αριστερή όχθη, 15.50 και 6.50. Ο διάδρομος διάβασης έρχεται απλά να επιβεβαιώσει, ενισχύσει τον παραπάνω χαρακτηρισμό, αν δεν είναι αυτός που τον προκάλεσε. Γιατί ανεβοκατεβαίνει, σαν κάμπια, τρεις φορές, ακολουθώντας την κίνηση των αποκάτω του τόξων -στα εξωράχια των τελευταίων πατά το καλντερίμι. Κατά τα άλλα, το συνολικό του μήκος φτάνει τα 64 μ., με πλάτος 3.20, ενώ οι αρκάδες, που δεν στέκουν η μία κοντά στην άλλη αλλά οριοθετούν κατά διαστήματα, απλά διακοσμούν. Τελικά, παρά το μέγεθός του, το Καλογερικό γεφύρι παρουσιάζεται ανάλαφρο, γεμάτο χάρη και κίνηση∙ και προπαντός συμμετρικό, αυτό κόντρα στη λαϊκή πρακτική.
Η γεφύρωση στο σημείο αρχικά έγινε με ξύλα -8.000 πλήρωσε κάποιος Ζώτος Ρούσσης απ’ τους Νεγάδες. Όμως, στα 1814, ο ηγούμενος Σεραφείμ της μονής του Προφήτη Ηλιού Βίτσας το έκανε πέτρινο ξοδεύοντας 20.000 γρόσια -ο ίδιος τότε αγόρασε και το διπλανό μύλο. Τις πληροφορίες μάς παρέχει βέβαια ο Ιωάννης Λαμπρίδης,[2] ο οποίος θα συνεχίσει και αλλού την εξιστόρηση καταγράφοντας τη γέφυρα ως «η μεταξύ των κωμών “Κουκουλίου και Μπάγιας” επισκευασθείσα (1865) δια φλ. καισ. 400 παρά του εκ Κουκουλίου Αλεξίου Πλακίδα».[3] Η επισκευή πρέπει να ήταν ριζική, αφού ήδη, 10 χρόνια πριν, στα «Ζαγοριακά» του, ο Λαμπρίδης είχε γράψει πως ο «Αλ. Πλακίδας εδαπάνησε 21.000 γρ. προς α ν έ γ ε ρ σ ι ν γεφύρας μεταξύ Μπάγιας και Κουκουλίου».[4] Έκτοτε οι Πλακιδαίοι[5] δεν θα πάψουν να δαπανούν για τούτο το γεφύρι θεωρώντας το οικογενειακό τους έργο, κάτι που πιστοποιείται και από δύο κτητορικές πλάκες στην κατάντη όψη -ευτυχώς είχε την πρόνοια να τις καταγράψει ο Κώστας Λαζαρίδης[6] γιατί σήμερα πια δεν διαβάζονται. Η μία, σκαλισμένη σε μαύρη πέτρα, πληροφορεί:
1866 ΙΟΥΛΙΟΥ 15 ΔΙ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΚΙΔΑ ΚΑΙ ΑΔΕΡΦΟΎ ΑΥΤΟΎ ΑΝΔΡΈΟΥ ΑΠΟ ΚΟΥΚΟΎΛΙ. ΕΝΙΑΊΟ Η ΜΝΉΜΗ
Β
ΑπάντησηΔιαγραφήρίσκεται στο Ζαγόρι, κοντά στο χωριό Μπάγια (Κήποι), σε τοποθεσία όμως που ανήκει στο Κουκούλι. Άλλωστε τους κατοίκους του τελευταίου κυρίως εξυπηρέτησε, που κατέβαιναν ως εδώ με ωραία καλντεριμωτή σκάλα -περνώντας τον Βίκο κατευθύνονταν στα δάση της Μεσιαρράχης, της Πετούρνας και του Αφορισμού. Στη δεξιά όχθη υπήρχε και λειτουργούσε νερόμυλος με το ίδιο όνομα (Καλογερικός). Για τη χρήση όμως του γεφυριού, αποκαλυπτικά είναι και τα όσα, με το δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο, παραθέτει ο Λιασκοβετσινός Βασίλης Φανίτσιος: «Το γιατί τόφκιακαν; ακούστετο. α) για να περνάν, ετότες, οι χωριανοί απ’ τα χωριά: Μπούλτσι, Ντοβρά κι Σουπουτσιέλι κι νάρχοντα στον Καλοερκό το Μύλο β) να κουβαλάν με τα μπλάρια τους οι Κουκλιώτες ξύλα, κλαρί κτλ από την “Πετούρνα” κι γ) να παν πέρα στα “Κεφάλια της Μπίκαινας” για να βουσκάν τα Κουκλιώτικα τα γίδια».[1]
Το γεφύρι, απ’ τα ομορφότερα στο Ζαγόρι, πολύ πετυχημένα το αποκάλεσαν ...κάμπια εν κινήσει! Και πραγματικά, με τρία πλήρως ημικυκλικά τόξα, έτσι φαντάζει σ’ αυτόν που το αντικρίζει απ’ το διπλανό ύψωμα. Το πρώτο δεξιό του τόξο ανοίγει 11.20 μ. κι ανασηκώνεται απ’ το νερό 5.10, το μεσαίο αντίστοιχα 13.50 και 7.60 μ., ενώ το τρίτο, προς την αριστερή όχθη, 15.50 και 6.50. Ο διάδρομος διάβασης έρχεται απλά να επιβεβαιώσει, ενισχύσει τον παραπάνω χαρακτηρισμό, αν δεν είναι αυτός που τον προκάλεσε. Γιατί ανεβοκατεβαίνει, σαν κάμπια, τρεις φορές, ακολουθώντας την κίνηση των αποκάτω του τόξων -στα εξωράχια των τελευταίων πατά το καλντερίμι. Κατά τα άλλα, το συνολικό του μήκος φτάνει τα 64 μ., με πλάτος 3.20, ενώ οι αρκάδες, που δεν στέκουν η μία κοντά στην άλλη αλλά οριοθετούν κατά διαστήματα, απλά διακοσμούν. Τελικά, παρά το μέγεθός του, το Καλογερικό γεφύρι παρουσιάζεται ανάλαφρο, γεμάτο χάρη και κίνηση∙ και προπαντός συμμετρικό, αυτό κόντρα στη λαϊκή πρακτική.
Η γεφύρωση στο σημείο αρχικά έγινε με ξύλα -8.000 πλήρωσε κάποιος Ζώτος Ρούσσης απ’ τους Νεγάδες. Όμως, στα 1814, ο ηγούμενος Σεραφείμ της μονής του Προφήτη Ηλιού Βίτσας το έκανε πέτρινο ξοδεύοντας 20.000 γρόσια -ο ίδιος τότε αγόρασε και το διπλανό μύλο. Τις πληροφορίες μάς παρέχει βέβαια ο Ιωάννης Λαμπρίδης,[2] ο οποίος θα συνεχίσει και αλλού την εξιστόρηση καταγράφοντας τη γέφυρα ως «η μεταξύ των κωμών “Κουκουλίου και Μπάγιας” επισκευασθείσα (1865) δια φλ. καισ. 400 παρά του εκ Κουκουλίου Αλεξίου Πλακίδα».[3] Η επισκευή πρέπει να ήταν ριζική, αφού ήδη, 10 χρόνια πριν, στα «Ζαγοριακά» του, ο Λαμπρίδης είχε γράψει πως ο «Αλ. Πλακίδας εδαπάνησε 21.000 γρ. προς α ν έ γ ε ρ σ ι ν γεφύρας μεταξύ Μπάγιας και Κουκουλίου».[4] Έκτοτε οι Πλακιδαίοι[5] δεν θα πάψουν να δαπανούν για τούτο το γεφύρι θεωρώντας το οικογενειακό τους έργο, κάτι που πιστοποιείται και από δύο κτητορικές πλάκες στην κατάντη όψη -ευτυχώς είχε την πρόνοια να τις καταγράψει ο Κώστας Λαζαρίδης[6] γιατί σήμερα πια δεν διαβάζονται.
Η μία, σκαλισμένη σε μαύρη πέτρα, πληροφορεί:
1866 ΙΟΥΛΙΟΥ 15 ΔΙ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΚΙΔΑ
ΚΑΙ ΑΔΕΡΦΟΎ ΑΥΤΟΎ ΑΝΔΡΈΟΥ ΑΠΟ ΚΟΥΚΟΎΛΙ. ΕΝΙΑΊΟ Η ΜΝΉΜΗ